Γενικά Δάνεια

Κάθε τράπεζα που δραστηριοποιείται στην Κύπρο δανειοδοτεί τους καταναλωτές για κάλυψη αναγκών που μπορεί να έχουν, μετά από σχετικό αίτημα και έλεγχο της δυνατότητας αποπληρωμής του δανείου από την πλευρά του καταναλωτή.

Τα δάνεια μπορεί να είναι:

  • καταναλωτικά, δηλαδή δάνεια που προορίζονται για κάλυψη καταναλωτικών αναγκών, όπως η αγορά εξοπλισμού για το σπίτι
  • Σπουδαστικά, δηλαδή για κάλυψη των διδάκτρων και άλλων σχετικών εξόδων για τις σπουδές
  • Στεγαστικά, δηλαδή για την αγορά ή την ανέγερση κατοικίας
  • Αγοράς αυτοκινήτου
  • Άλλες κατηγορίες οι οποίες μπορούν να χρηματοδοτηθούν, όπως για παράδειγμα δάνειο για τέλεση γάμου.

Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί κάποιος να προχωρήσει στη σύναψη δανείου είναι διάφοροι και ουσιαστικά περιγράφονται και από τα προϊόντα που παρέχουν τα τραπεζικά ιδρύματα. Η ουσία είναι πάντοτε η ίδια για κάθε κατηγορία, εάν πρέπει να συνάψουμε δάνειο θα πρέπει να γίνει με τέτοιους όρους, με τους οποίους θα μπορούμε να εξυπηρετούμε το δάνειο αυτό, δηλαδή να πληρώνουμε τις δόσεις. Είναι σημαντικό ότι εμείς μπορούμε να προσδιορίσουμε το ποσό της δόσης που μπορούμε να πληρώνουμε και στη βάση αυτής της δόσης να δούμε και το ποσό το οποίο μπορούμε να δανειστούμε.

Πριν προχωρήσουμε με τη σύναψη δανείου με τον οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό οργανισμό θα πρέπει πρώτα να κάνουμε μια πολύ καλή έρευνα αγοράς, η οποία θα βασίζεται στις ανάγκες τις οποίες θέλουμε να καλύψουμε με το δάνειο.

Είναι δεδομένο ότι δάνεια μπορούν να εξασφαλίσουν άτομα ηλικίας από 18 μέχρι και 65 ετών, τα οποία εργάζονται ή έχουν άλλες πηγές εισοδήματος.

Τα δάνεια μπορούν να παραχωρηθούν νοουμένου ότι προσφέρονται εξασφαλίσεις.

Οι εξασφαλίσεις μπορεί να είναι:

  • Προσωπικές Εγγυήσεις (π.χ. ένα συγγενικό ή φιλικό άτομο εγγυάται την εξόφληση όλου του δανειζόμενου ή υπολειπόμενου ποσού συν τους τόκους. Δηλώνει δηλαδή ότι εάν ο δανειζόμενος δεν μπορέσει να εξοφλήσει το ποσό θα αναλάβει αυτός/η την ευθύνη εξόφλησης)
  • Εκχώρηση Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Ζωής (π.χ. σε περίπτωση θανάτου του δανειζόμενου, το ποσό που θα πλήρωνε η ασφαλιστική στην οικογένεια του αποθανόντα τώρα θα πληρωθεί στην τράπεζα, ή αλλιώς, σε περίπτωση θανάτου, ο δικαιούχος της ασφάλειας ζωής του δανειζόμενου είναι η τράπεζα που εκχώρησε το δάνειο)
  • Δέσμευση καταθετικού λογαριασμού (π.χ. δέσμευση ποσού καταθετικού λογαριασμού τακτής προθεσμίας τον οποίο διατηρεί ο δανειζόμενος, το συνολικό ποσό του οποίου καλύπτει ή υπερκαλύπτει το ποσό του δανείου, ώστε η τράπεζα να διασφαλίσει την είσπραξη του δανείου, στην περίπτωση που ο δανειζόμενος αδυνατεί να πληρώσει)
  • Υποθήκευση ακινήτου (π.χ. ακίνητο το οποίο ανήκει στον δανειζόμενο δεσμεύεται από την τράπεζα, ώστε σε περίπτωση μη καταβολής των δόσεων από τον δανειζόμενο να μπορεί να εκποιηθεί από την τράπεζα για να μπορέσει να εξασφαλίσει την εξόφληση του δανείου)

Ουσιαστικά το επιτόκιο καθορίζεται από την εξασφάλιση που προσφέρουμε. Η συνήθης πρακτική λέει ότι παρέχοντας εμπράγματη εξασφάλιση (π.χ. υποθήκη, δέσμευση κατάθεσης) εξασφαλίζουμε χαμηλότερο επιτόκιο, ενώ παρέχοντάς μόνο προσωπικές εγγυήσεις, το επιτόκιο είναι ψηλότερο.

Το σύνολο των αναγκών σε χρήματα είναι ένας από τους πιο ουσιαστικούς παράγοντες που θα πρέπει να προσδιορίσουμε πριν προχωρήσουμε στη σύναψη δανείου. Για να γίνει αυτό και να είναι αποτελεσματικό θα πρέπει να μετρήσουμε καλά όλες τις ανάγκες που θέλουμε να καλύψουμε, ώστε να γνωρίζουμε το ακριβές ποσό. Στη συνέχεια προσδιορίζουμε τη δόση που μπορούμε να πληρώνουμε κάθε μήνα και μετά προχωρούμε σε έρευνα αγοράς για το πιο τραπεζικό ίδρυμα μπορεί να καλύψει με τον πιο συμφέρον τρόπο την ανάγκη μας αυτή.

Κατά την έρευνα αγοράς θα πρέπει να ψάχνουμε τα πιο κάτω:

  • Το συνολικό ποσό του δανείου, είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να ιεραρχηθεί πρώτος. Εάν δεν μπορούμε να υπολογίσουμε το συνολικό ποσό που θα χρειαστούμε, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε σωστά ούτε το επιτόκιο το οποίο θα πληρώσουμε αλλά ούτε και τη δόση που θα πληρώνουμε.
  • Το βασικό επιτόκιο δανεισμού της κάθε τράπεζας είναι από τα πλέον βασικότερα στοιχεία την όλης διαδικασίας. Δεδομένου ότι γνωρίζουμε το συνολικό ποσό που θα χρειαστούμε, θα πρέπει να υπολογίσουμε και το επιτόκιο το οποίο θα καταβάλουμε. Εάν ζητήσουμε μια προσφορά από μια τράπεζα αυτή θα μας ενημερώσει για το Σ.Ε.Π.Ε (Συνολικό Ετήσιο Πιστωτικό Επιτόκιο), το οποίο περιλαμβάνει εκτός του επιτοκίου και όλες τις άλλες χρεώσεις που περιλαμβάνει το δάνειο, όπως τα έξοδα δανείου.
  • Τις εξασφαλίσεις που ζητά η κάθε τράπεζα και τη διαφορά του ΣΕΠΕ με όμοιες εξασφαλίσεις.
  • Ιδιαίτερους όρους στα συμβόλαια, όπως για παράδειγμα απαγορευτικές ρήτρες πρόωρης εξόφλησης ή καταχρηστικές ρήτρες, δηλαδή όρους που ενισχύουν τη θέση της τράπεζας έναντι του δανειολήπτη, όπως για παράδειγμα ρήτρα ότι με την υπογραφή απεμπολούμε όλα τα δικαιώματα μας που απορρέουν από τη νομοθεσία. Σε περίπτωση που εντοπίσουμε τέτοιους όρους καταγγέλλουμε την Τράπεζα στην Κεντρική Τράπεζα και στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού
  • Περίοδος αποπληρωμής είναι το χρονικό διάστημα το οποίο ο καταναλωτής πληρώνει δόσεις ώστε να εξοφλήσει το ποσό που έχει δανειστεί, μαζί με τις επιβαρύνσεις που επιβάλει η τράπεζα, όπως το επιτόκιο. Δεδομένου ότι οι δόσεις είναι μηνιαίες η περίοδος αποπληρωμής μπορεί να μετρηθεί σε μήνες ή σε χρόνια, ανάλογα με το πώς εμείς εμπεδώνουμε την πληροφορία καλύτερα.
  • Περίοδος Χάριτος είναι η περίοδος κατά την οποία η τράπεζα εκταμιεύει το συμφωνημένο ποσό δανείου, αλλά δεν επιβάλλει επιτόκιο ή δεν λαμβάνει δόση. Το τι από τα δυο μπορεί να σημαίνει ακριβώς είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πριν υπογράψουμε το οποιοδήποτε έγγραφο. Αυτή η παράμετρος δεν ισχύει για όλους τους τύπους δανείου.
  • Το ύψος των χρεώσεων για έξοδα δανείου και κάθε πόσο επιβάλλονται.

Είναι θεμιτό να κάνουμε ερωτήσεις ώστε να μπορέσουμε να μαζέψουμε όλα τα στοιχεία που μας είναι απαραίτητα ώστε να κάνουμε την πιο σωστή επιλογή. Ερωτήσεις όπως εάν υπάρχει και ποια είναι η περίοδος χάριτος, ποια είναι η περίοδος εκταμίευσης, εάν τα έξοδα δανείου περιλαμβάνονται και άρα θα αποκοπούν από το συνολικό ποσό του δανείου είναι μερικές καλές ερωτήσεις, πέραν των τόσων άλλων που μπορούν να γίνουν.

Κριτήριο επιλογής είναι επίσης το τι άλλο προσφέρει το δάνειο, ως προσφορά, πέραν της χρηματοδότησης. Αυτά τα επιπλέον είναι σημεία τα οποία θα πρέπει να ελέγξουμε, ώστε να μπορέσουμε να επιλέξουμε την πιο συμφέρουσα επιλογή.

Τα δάνεια έχουν πάντοτε κάποια έξοδα. Αυτά ονομάζονται αρχικά έξοδα, που συνήθως καταβάλλονται μία φορά, κατά την παραχώρηση του δανείου.

  • Τα αρχικά έξοδα περιλαμβάνουν τα αρχικά έξοδα της τράπεζας τα οποία αφορούν έξοδα διευθέτησης για την ετοιμασία και αξιολόγηση της αίτησής σας. Επίσης, έξοδα ετοιμασίας συμβολαίων, για τα οποία η χρέωση είναι ανάλογη με τα έγγραφα που απαιτούνται για το συγκεκριμένο δάνειο και καλό είναι να ζητήσουμε λεπτομέρειες.
  • Πέραν αυτών, περιλαμβάνουν τα Κυβερνητικά έξοδα (τα έξοδα αυτά καθορίζονται κατά κανόνα βάσει νομοθεσίας) και αφορούν έξοδα εγγραφής υποθήκης που καταβάλλονται στο Κτηματολόγιο και έξοδα που αφορούν τη χαρτοσήμανση των εγγράφων του δανείου και καταβάλλονται στον Έφορο Χαρτοσήμων.
  • Τέλος ενδέχεται, ανάλογα με το είδος της εξασφάλισης να υπάρχουν και έξοδα που καταβάλλονται σε τρίτους, τα οποία αφορούν την εκτίμηση που διενεργείται για λογαριασμό της Τράπεζας από εγκεκριμένους εκτιμητές στις περιπτώσεις όπου προσφέρεται ως εξασφάλιση η υποθήκευση ακινήτου ή έξοδα για ασφάλεια ζωής.

«συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο» σημαίνει το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους χωρίς να συνυπολογίζονται τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής, σε περίπτωση που έχει παραβεί οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης πίστωσης και τα επιπλέον της τιμής αγοράς έξοδα που αυτός οφείλει να πληρώσει κατά την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών και εκτός εάν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό και τα έξοδα του λογαριασμού έχουν προσδιορισθεί σαφώς και αυτοτελώς στη σύμβαση πίστωσης ή οποιαδήποτε άλλη σύμβαση η οποία συνάπτεται με τον καταναλωτή, περιλαμβάνονται:

(α) τα έξοδα για την τήρηση λογαριασμού στον οποίο εγγράφονται ταυτόχρονα καταβολές και αναλήψεις,

(β) τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διενέργεια καταβολών και αναλήψεων, και

(γ) τα λοιπά έξοδα που αφορούν καταβολές

Το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο που εξισώνει σε ετήσια βάση την παρούσα αξία του συνόλου των τρεχουσών ή μελλοντικών υποχρεώσεων όπως αναλήψεων, εξοφλήσεων και χρεώσεων που έχουν συμφωνηθεί από τον πιστωτικό φορέα και τον καταναλωτή, υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που παρατίθεται στο Μέρος Ι του Παραρτήματος ΙΙΙ  της νομοθεσίας «περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης νόμος του 2010».

Κατά τον υπολογισμό του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου, προσδιορίζεται το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, χωρίς να συνυπολογίζονται τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής, σε περίπτωση που έχει παραβεί οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης πίστωσης και τα επιπλέον της τιμής αγοράς έξοδα που αυτός οφείλει να πληρώσει κατά την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, είτε αγοράζει επί πιστώσει είτε τοις μετρητοίς.

Στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκτός εάν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό και τα έξοδα του λογαριασμού έχουν προσδιορισθεί σαφώς και αυτοτελώς στη σύμβαση πίστωσης ή οποιαδήποτε άλλη σύμβαση η οποία συνάπτεται με τον καταναλωτή, περιλαμβάνονται:

(α) τα έξοδα για την τήρηση λογαριασμού στον οποίο εγγράφονται ταυτόχρονα καταβολές και αναλήψεις,

(β) τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διενέργεια καταβολών και αναλήψεων, και

(γ) τα λοιπά έξοδα που αφορούν καταβολές.

 

Ο υπολογισμός του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου βασίζεται στο τεκμήριο ότι –

(α) η σύμβαση πίστωσης εξακολουθεί να ισχύει για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της, και

(β) ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που καθορίζονται στη σύμβαση πίστωσης.

Σε περίπτωση σύμβασης πίστωσης που περιέχει όρο για τη δυνατότητα διακύμανσης του χρεωστικού επιτοκίου και, κατά περίπτωση, των χρεώσεων που περιλαμβάνονται στο συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, των οποίων όμως το ύψος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς κατά το χρόνο του υπολογισμού, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο υπολογίζεται με δεδομένο ότι το χρεωστικό επιτόκιο και τα λοιπά έξοδα παραμένουν σταθερά ως προς το αρχικό τους επίπεδο και ισχύουν μέχρι το τέλος της σύμβασης πίστωσης.

Ι. Βασική εξίσωση που εκφράζει την ισοδυναμία των αναλήψεων, αφενός, και των εξοφλητικών δόσεων και καταβολών, αφετέρου.

Η βασική εξίσωση, με την οποία προσδιορίζεται το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ), εκφράζει σε ετήσια βάση την ισοδυναμία μεταξύ του αθροίσματος της παρούσας αξίας των αναλήψεων, αφενός, και του αθροίσματος της παρούσας αξίας των ποσών των εξοφλητικών δόσεων και των καταβολών, αφετέρου, ήτοι:

”PHTOΣ ΤΥΠΟΣ” όπου:

X | είναι το ΣΕΠΕ, |

m | είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας ανάληψης, |

k | είναι ο αύξων αριθμός μιας ανάληψης, με 1 ≤ k ≤ m, |

Ck | είναι το ποσό της υπ’ αριθμόν k ανάληψης, |

tk | είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης και της ημερομηνίας κάθε νέας ανάληψης, με t1 = 0, |

m’ | είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής, |

l | είναι ο αύξων αριθμός μιας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής, |

Dl | είναι το ποσό μιας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής, |

sl | είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης και της ημερομηνίας κάθε εξοφλητικής δόσης ή καταβολής. |

Τόκος είναι η αποζημίωση σε χρήματα, η οποία θα καταβληθεί υποχρεωτικά από τον οφειλέτη στο δανειστή, για ορισμένη ποσότητα χρηματικού δανείου που πήρε για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Μπορεί να θεωρηθεί ως «αμοιβή» για τη χρησιμοποίηση χρηματικού κεφαλαίου. Ο λόγος του τόκου προς το κεφάλαιο λέγεται επιτόκιο. Ο τόκος υπολογίζεται ως εξής:

όπου,

T, ο τόκος
i, το επιτόκιο (ετήσιο) σε % ποσοστό
m, οι μήνες διάρκειας του δανείου
K, το ποσό του χρηματικού δανείου

Η πάνω σχέση αφορά λήψη δανείου Κ και αποπληρωμή του στο ολόκληρο συν τους τόκους (δηλ. Κ+Τ) μετά m μήνες.

Στις κατηγορίες των δανείων περιλαμβάνονται και οι πιστωτικές κάρτες, οι οποίες όταν χρησιμοποιήσουμε την πίστωση που μας παρέχουν, τοκίζουν το ποσό που οφείλουμε μέχρι να το επιστρέψουμε. Στην περίπτωση αυτή ο τοκισμός γίνεται πιο περίπλοκος και περιλαμβάνει και έξοδα υπερημερίας, που σημαίνει επιπλέον τόκο για τις ημέρες που έχουμε καθυστερήσει να καταβάλουμε το υπόλοιπο ποσό από την καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής.

Η εξασφάλιση δανείου από κάποια τράπεζα δεν είναι το τέλος του δρόμου, για την υλοποίηση του σκοπού για τον οποίο δανειζόμαστε τα χρήματα. Το τέλος αυτού του δρόμου είναι με την εξόφληση του δανείου.

Η σύναψη συμφωνίας δανείου είναι πάντοτε αποτέλεσμα σκέψης και ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Ανάμεσα στα κριτήρια που οπωσδήποτε λαμβάνουμε υπόψη είναι και τα εξής: η αναγκαιότητα να αποκτήσουμε το προϊόν, η βεβαιότητα θα είμαστε σε θέση να πληρώνουμε τη δόση μας μέχρι την τελική αποπληρωμή του δανείου, παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα μας να αποπληρώσουμε το δάνειο, η περίοδος αποπληρωμής, το υπερβολικά υψηλό ή χαμηλό ποσό της δόσης και εάν προκαλεί άλλα οικονομικά προβλήματα, κλπ. Δεν προχωράμε ποτέ στη σύναψη δανείου, εάν δεν είμαστε απολύτως βέβαιοι.